13/08/2026
DECODING ΜΠΡΙΑΜ
Έχω ταξιδέψει σε αρκετά μέρη και έχω πάθει αυτό το περίεργο πράγμα που παθαίνεις όταν δουλεύεις χρόνια με φαγητό: αρχίζεις να βλέπεις συγγένειες εκεί που στην αρχή έβλεπες απλώς διαφορετικές σημαίες.
Σε ένα σπίτι στην Ελλάδα θα το πουν μπριάμ.
Στη Νότια Γαλλία ratatouille. Ισπανία pisto.Νότια Ιταλία ciambotta.Μάλτα kapunata.Τουρκία türlü.
Στα Βαλκάνια θα το βρεις σαν tourlou, đuveč, ghiveci και με άλλα ονόματα που αλλάζουν από χωριό σε χωριό.
Άλλος βάζει πατάτα. Άλλος όχι.
Άλλος το θέλει κατσαρόλα. Άλλος σε πήλινο. Άλλος σε ταψί.
Άλλος πετάει μέσα αυγό. Άλλος κάπαρη, ελιές, ξίδι, βασιλικό, δυόσμο, φασολάκια ή λίγο κρέας γιατί έτσι το έμαθε στο σπίτακι του.
Και όμως, πίσω από όλα αυτά υπάρχει η ίδια σχεδόν σκηνή.
Αύγουστος.
Ο πάγκος γεμάτος λαχανικά που αν δεν τα μαγειρέψεις σήμερα, αύριο θα είναι για πέταμα.
Ντομάτες που σκάνε από το βάρος.
Δυο κολοκύθια.Μερικές μελιτζάνες.Κρεμμύδια.Πιπεριές.Λάδι.
Και μια οικογένεια που πρέπει να φάει χωρίς να ανοίξει λογαριασμό στην τράπεζα.
Οι άνθρωποι είχαν κήπους, εποχή, λάδι και φωτιά.
Και έφτασαν, πολύ λογικά, στην ίδια ιδέα.Οι ξάδελφοι του μπριάμ
Το δικό μας μπριάμ είναι παιδί του ταψιού και του λαδιού.
Πατάτα, κολοκύθι, μελιτζάνα, κρεμμύδι, ντομάτα, πιπεριά αν υπάρχει, σκόρδο, μαϊντανός. Και ελαιόλαδο — όχι εκείνο το θλιμμένο κουταλάκι που ρίχνει κάποιος επειδή φοβάται τη λέξη «λάδι».
Η πατάτα είναι η διαφορά που κάνει το ελληνικό μπριάμ να στέκεται σαν κανονικό φαγητό και όχι σαν συνοδευτικό. Τραβάει ντομάτα, αλάτι, σκόρδο και λάδι. Κάθεται στις γωνίες του ταψιού και κάνει τη βρώμικη δουλειά: μαζεύει ό,τι νόστιμο κατεβαίνει.
Το ratatouille της Προβηγκίας είναι ο πιο διάσημος συγγενής του. Αλλά το παραδοσιακό ratatouille δεν είναι εκείνη η τέλεια σπείρα από φέτες που είδαμε όλοι στην ταινία και μετά νομίζαμε ότι κάθε Γάλλος ξυπνάει το πρωί και στήνει λαχανικά με τσιμπιδάκι και χαρακα!!!
Είναι πιο χωριάτικο. Μελιτζάνα, κολοκύθι, πιπεριά, ντομάτα, κρεμμύδι, σκόρδο, μυρωδικά. Συνήθως κατσαρόλα. Σε αρκετές εκδοχές τα λαχανικά μπαίνουν σταδιακά ή μαγειρεύονται χωριστά πριν ενωθούν, για να μη γίνουν όλα μία μάζα με το ίδιο πρόσωπο.
Στην Ισπανία το pisto είναι πιο ψιλοκομμένο, πιο δεμένο, σχεδόν σαν χοντροκομμένη σάλτσα λαχανικών. Ντομάτα, πιπεριές, κρεμμύδι, κολοκύθι, συχνά μελιτζάνα και σκόρδο. Και πολύ συχνά από πάνω ένα αυγό μελάτο, γιατί ο Ισπανός ξέρει πως μερικά πράγματα δεν χρειάζονται βελτίωση· χρειάζονται κρόκο.
Η ciambotta της Νότιας Ιταλίας είναι ίσως η πιο κοντινή ψυχολογικά στο μπριάμ. Εκεί μπαίνει συχνά πατάτα μαζί με μελιτζάνα, κολοκύθι, πιπεριά, ντομάτα, κρεμμύδι, σέλερι και βασιλικό. Δεν υπάρχει μία συνταγή. Υπάρχουν σπίτια, γιαγιάδες, χωριά και άνθρωποι που τσακώνονται για το αν μπαίνει αυτό ή εκείνο. Δηλαδή κανονική κουζίνα.
Η Σικελική caponata είναι λίγο άλλο παρακλάδι: πιο μελιτζάνα, πιο κάπαρη, πιο ελιά, πιο γλυκόξινη. Η Μάλτα έχει την kapunata, που είναι πιο κοντά σε αυτή την πλευρά της οικογένειας. Πιπεριά, μελιτζάνα, ντομάτα, κολοκύθι σε κάποιες εκδοχές, κάπαρη, ελιές, συχνά δυόσμος. Έχει εκείνη τη θαλασσινή, αλμυρή, γλυκόξινη τσαχπινιά που σου λέει ότι η Σικελία είναι απέναντι, όχι στην άλλη άκρη του κόσμου.
Στην Τουρκία το türlü σημαίνει περίπου «διάφορα». Και είναι από τις πιο ειλικρινείς ονομασίες φαγητού που έχουν υπάρξει ποτέ.
Διάφορα λαχανικά, λοιπόν.
Πατάτα, μελιτζάνα, κολοκύθι, πιπεριές, μπάμιες, φασολάκια, ντομάτα ή πελτές πιπεριάς. Άλλοτε κατσαρόλα, άλλοτε güveç, άλλοτε με αρνί ή μοσχάρι. Στα Βαλκάνια το ίδιο πράγμα περνάει σύνορα, αλλάζει όνομα, αλλάζει σκεύος, αλλά δεν αλλάζει χαρακτήρα.
Το ρουμάνικο ghiveci είναι ακόμη πιο ελεύθερο. Πατάτα, καρότο, λάχανο, αρακάς, φασολάκια, κολοκύθι, μελιτζάνα, πιπεριές, ό,τι μάζεψε ο κήπος και ό,τι έμεινε να κοιτάει τον μάγειρα από το καλάθι.
Δεν είναι όλα αυτά το ίδιο φαγητό.
Είναι όμως η ίδια λογική.
Το μπριάμ δεν είναι κάδος λαχανικών
Το μπριάμ δεν σημαίνει ότι αδειάζεις το συρτάρι του ψυγείου σε ένα πυρέξ και το βαφτίζεις ελληνική παράδοση.
Μπορείς να βάλεις και καρότο. Και μανιτάρι. Και λάχανο. Και φασολάκι. Κανείς δεν θα έρθει να σου πάρει το ταψί από τα χέρια.
Αλλά κάποια στιγμή δεν κάνεις πια μπριάμ. Κάνεις tourlou. Και μια χαρά κάνεις. Απλώς να το ξέρεις.
Το μπριάμ θέλει μια ισορροπία:
Η πατάτα δίνει σώμα και ρουφάει τη σάλτσα.
Το κολοκύθι δίνει γλύκα και καλοκαιρινή φρεσκάδα.
Η μελιτζάνα δίνει βάθος, βουτυράτη υφή και εκείνη τη μικρή πίκρα που χρειάζεται.
Το κρεμμύδι γίνεται γλυκό και σχεδόν μαρμελαδένιο.
Η πιπεριά φέρνει άρωμα και μια ελαφριά καπνιστή γλύκα όταν αρπάξει.
Η ντομάτα είναι το νερό, η οξύτητα και η σάλτσα του φαγητού.
Το λάδι τα παντρεύει όλα χωρίς να χρειάζεται να βάλεις ζωμό, κύβο, σάλτσες και άλλα πράγματα που δεν έχουν καμία δουλειά εκεί. Το καλό μπριάμ έχει λάδι στις γωνίες του ταψιού.
Αν δεν έχει, πιθανότατα έφτιαξες λαχανικά ατμού
Η δική μου βάση για ένα μεγάλο ταψί
Για 6–8 ανθρώπους, ή για τέσσερις ανθρώπους και μία καλή επόμενη μέρα, θέλω περίπου:
* 900 γρ. πατάτες, κατά προτίμηση κίτρινες και όχι εντελώς αλευρώδεις
* 700–800 γρ. μικρά κολοκύθια
* 600–700 γρ. μελιτζάνες, σφιχτές και γυαλιστερές
* 2 μεγάλα κρεμμύδια
* 2 πιπεριές, ιδανικά μία Φλωρίνης και μία πράσινη ή κέρατο
* 1,2 κιλά πολύ ώριμες ντομάτες
* 5–6 σκελίδες σκόρδο
* 180–220 ml καλό ελαιόλαδο
* 1 μεγάλη χούφτα μαϊντανό
* λίγο δυόσμο, αν σου αρέσει
* 1 μικρό κουταλάκι ξερή ρίγανη, όχι μισό χωράφι
* περίπου 14 γρ. αλάτι για αρχή
* φρεσκοτριμμένο πιπέρι
* 20 γρ. πελτέ μόνο αν οι ντομάτες σου είναι άνοστες και το ξέρεις ήδη
Η σωστή ντομάτα είναι το μισό φαγητό.
Αν είναι Αύγουστος και η ντομάτα δεν μυρίζει τίποτα, μην προσπαθείς να τη σώσεις με δύο κουταλιές ζάχαρη και τρία μυρωδικά. Πάρε καλές κονσέρβες ολόκληρης ντομάτας ή κάνε άλλο φαγητό. Η αξιοπρέπεια έχει θέση και στο ταψί.
Τις ντομάτες τις θέλω με δύο τρόπους: τις περισσότερες τριμμένες ή σπασμένες στο χέρι, για να γίνουν σάλτσα. Και μερικές κομμένες σε χοντρά κομμάτια, για να καραμελώσουν στις άκρες και να μη χαθούν εντελώς μέσα στο φαγητό.
Το κόψιμο είναι η μισή δουλειά
Εδώ γίνονται τα περισσότερα εγκλήματα.
Δεν κόβεις πατάτα, κολοκύθι και μελιτζάνα με το ίδιο πάχος επειδή «φαίνεται ωραίο».
Η πατάτα θέλει περίπου 5–7 χιλιοστά, σε μισοφέγγαρα ή λεπτές φέτες.
Το κολοκύθι θέλει 1,5 εκατοστό, αλλιώς μέχρι να γίνει η πατάτα θα έχει μετατραπεί σε υγρή ανάμνηση.
Η μελιτζάνα θέλει πιο χοντρό κόψιμο, περίπου 1,5–2 εκατοστά.
Το κρεμμύδι σε χοντρές φέτες ή όγδοα.
Τις πιπεριές σε μεγάλα κομμάτια, όχι σε λωρίδες για σουβλάκι.
Θέλω, στο τέλος, να μπορώ να ξεχωρίσω τι είναι τι.
Θέλω η πατάτα να σπάει με το πιρούνι, η μελιτζάνα να έχει καταρρεύσει από ευτυχία και το κολοκύθι να κρατάει ακόμα μια μικρή ιδέα του εαυτού του.
Οι μεγάλες, φουσκωμένες μελιτζάνες με πολλά σπόρια θέλουν λίγη προσοχή. Αν είναι φρέσκες και σφιχτές, δεν χρειάζονται εκείνο το παλιό τελετουργικό με το αλάτισμα για μία ώρα, το ξέπλυμα και την πετσέτα σαν να ετοιμάζεις ασθενή για χειρουργείο.
Αν όμως είναι σπογγώδεις και βαριές, κόψ’ τες, αλάτισέ τες για 20 λεπτά και σκούπισέ τες. Μην τις πνίξεις στο νερό μετά. Δεν είναι αγγούρια.
Το σωστό ταψί
Για αυτή την ποσότητα θέλεις μεγάλο, ρηχό μεταλλικό ταψί. Περίπου 40 x 30 εκ. ή δύο μικρότερα.
Όχι βουνό από λαχανικά σε ένα μικρό πυρέξ.
Αν τα στριμώξεις, θα βγάλουν νερά, θα αχνιστούν και θα καταλήξεις με κάτι ανάμεσα σε σούπα και τιμωρία. Το μπριάμ χρειάζεται χώρο για να εξατμιστεί η υγρασία και να ακουμπήσουν κομμάτια πάνω στο καυτό μέταλλο.
Το γυάλινο ή κεραμικό σκεύος κάνει ωραίο, πιο μαλακό, πιο σπιτικό αποτέλεσμα. Δεν είναι λάθος. Απλώς το μεταλλικό ταψί θα σου δώσει πιο έντονα ψημένες άκρες και καλύτερο πάτο.
Και ένα μικρό μυστικό: δεν βάζω λαδόκολλα κάτω από τα λαχανικά, εκτός αν βαριέμαι τόσο πολύ το πλύσιμο που έχω αποδεχτεί ότι θα χάσω λίγο ψήσιμο.
Το μέταλλο κάτω από την πατάτα κάνει δουλειά. Άφησέ το να την κάνει.
Πώς το ψήνω
Προθερμαίνω τον φούρνο στους 200°C στις αντιστάσεις.
Αν δουλεύεις με αέρα, πήγαινε στους 180°C.
Πλένω τα λαχανικά νωρίς και τα στεγνώνω καλά. Δεν θέλεις να κουβαλήσεις μέσα στο ταψί νερό από το πλύσιμο. Τα λαχανικά θα βγάλουν ήδη περισσότερο υγρό απ’ όσο νομίζεις.
Σε μια μεγάλη λεκάνη βάζω πατάτα, μελιτζάνα, κολοκύθι, κρεμμύδι, πιπεριές και σκόρδο σπασμένο με το μαχαίρι, όχι ψιλοκομμένο σαν να πρόκειται να κάνει νυχτερινή βάρδια πάνω στο ταψί και να καεί.
Προσθέτω την τριμμένη ντομάτα, τα χοντρά κομμάτια ντομάτας, τον μαϊντανό, λίγη ρίγανη, αλάτι, πιπέρι και το ελαιόλαδο.
Τα ανακατεύω με τα χέρια.
Όχι επειδή είναι ρομαντικό. Επειδή έτσι καταλαβαίνεις αν κάθε κομμάτι έχει λάδι, ντομάτα και αλάτι πάνω του.
Τα αφήνω 10–15 λεπτά όσο ζεσταίνεται ο φούρνος. Θα αρχίσουν να βγάζουν υγρά. Πολύ ωραία. Αυτά τα υγρά είναι η αρχή της σάλτσας σου.
Τα απλώνω στο ταψί σε σχετικά χαμηλή στρώση. Δεν κάνω λαχανικό μαντάλα για Instagram. Δεν θέλω να βλέπω γεωμετρία. Θέλω να βλέπω χώρο.
Αν η ντομάτα είναι καλή, δεν βάζω νερό.
Το πολύ να ξεπλύνω τη λεκάνη με 50–70 ml ζεστό νερό και να το ρίξω στη γωνία του ταψιού. Όχι ένα ποτήρι νερό έτσι, από συνήθεια. Το κολοκύθι, η ντομάτα, η μελιτζάνα και το κρεμμύδι κουβαλάνε ήδη το δικό τους ποτάμι.
Γιατί το σκεπάζουμε με λαδόκολλα
Η λαδόκολλα στο μπριάμ δεν είναι κάποιο γιαγιαδίστικο κόλπο χωρίς λόγο.
Είναι το πρώτο στάδιο του ψησίματος.
Τσαλάκωσε ένα μεγάλο φύλλο λαδόκολλας, βρέξ’ το ελαφρά, στύψ’ το, άνοιξέ το και ακούμπησέ το χαλαρά πάνω στα λαχανικά. Μην το σφραγίσεις σαν πακέτο. Μην το κάνεις σακούλα. Σκέψου το σαν ένα πρόχειρο καπάκι.
Στα πρώτα 35–40 λεπτά, η λαδόκολλα κρατάει κοντά στο φαγητό τους ατμούς και τα υγρά που βγάζουν τα λαχανικά.
Αυτό κάνει τρία πράγματα:
Πρώτον, μαλακώνει σωστά την πατάτα πριν αρχίσει να αρπάζει η επιφάνεια.
Δεύτερον, δίνει στη μελιτζάνα χρόνο να γίνει βελούδινη χωρίς να στεγνώσει από πάνω και να μείνει μισοωμή μέσα.
Τρίτον, προστατεύει το σκόρδο, τον μαϊντανό και τις εκτεθειμένες ντομάτες από το να καούν πριν προλάβει να γίνει το φαγητό.
Αλλά εδώ είναι το σημείο που πολλοί χάνουν το παιχνίδι:
Η λαδόκολλα δεν κάνει το μπριάμ τραγανό. Κάνει ακριβώς το αντίθετο. Κρατά υγρασία.
Γι’ αυτό τη βγάζεις.
Αν την αφήσεις μέχρι τέλους, θα έχεις μαλακά λαχανικά, πολύ ζουμί και εκείνη τη γνώριμη απορία: «γιατί δεν μου βγήκε όπως της μάνας μου;»
Γιατί της μάνας σου κάποια στιγμή έφυγε το καπάκι.
Μετά τα πρώτα 35–40 λεπτά, βγάζω τη λαδόκολλα προσεκτικά — ο ατμός καίει, μην το παίξεις ήρωας — και ανακατεύω μία φορά, απαλά, σηκώνοντας από τον πάτο προς τα πάνω.
Μία φορά.
Δεν είναι ριζότο. Αν το σκαλίζεις κάθε δέκα λεπτά, θα το κάνεις παιδική τροφή.
Συνεχίζω στους 190°C στις αντιστάσεις ή στους 170°C με αέρα για άλλα 30–40 λεπτά.
Στο τελευταίο δεκάλεπτο ανεβάζω στους 210°C στις αντιστάσεις ή στους 190°C με αέρα, αν χρειάζεται να φύγουν κι άλλα υγρά και να πάρουν χρώμα οι πατάτες και οι μελιτζάνες.
Το συνολικό ψήσιμο συνήθως βγαίνει 80–95 λεπτά.
Αλλά ο φούρνος σου λέει ψέματα. Πάντα έλεγε ψέματα.
Ο χρόνος είναι οδηγός. Το ταψί είναι η αλήθεια.
Το μπριάμ είναι έτοιμο όταν:
* η πατάτα δεν έχει λευκό, σκληρό κέντρο
* η μελιτζάνα λιώνει σχεδόν μόνη της
* το κολοκύθι έχει μαλακώσει, αλλά δεν έχει γίνει χαρτοπόλεμος
* η ντομάτα έχει δέσει με το λάδι
* στον πάτο έχει μείνει λίγη παχιά σάλτσα και λάδι, όχι λίμνη από νερό
Αν στο τέλος έχεις πολύ ζουμί, μη βάλεις αμέσως γκριλ σαν να θες να τιμωρήσεις το φαγητό.
Άφησέ το ακάλυπτο στους 210°C για 10–15 λεπτά. Αν χρειάζεται, βάλε το σε πιο ψηλή θέση στον φούρνο. Θέλεις πρώτα να εξατμιστεί το νερό. Μετά έρχεται το χρώμα.
Μερικά μικρά μυστικά που κάνουν μεγάλη διαφορά
Μην τσιγκουνεύεσαι το λάδι. Το μπριάμ είναι λαδερό. Το λάδι δεν είναι απλώς για να μην κολλήσει το ταψί. Με τη ντομάτα γίνεται σάλτσα, μπαίνει στις πατάτες, μαλακώνει τη μελιτζάνα και κουβαλάει τα αρώματα σε όλο το φαγητό.
Μην πετάξεις μισό ντουλάπι μυρωδικών μέσα. Το μπριάμ δεν χρειάζεται να μυρίζει σαν μαγαζί με βότανα. Μαϊντανός, λίγο δυόσμο αν θες, λίγη ρίγανη. Φτάνει.
Μην βάλεις ζάχαρη από συνήθεια. Αν η ντομάτα σου χρειάζεται πολλή ζάχαρη, το πρόβλημα δεν είναι η ζάχαρη.
Μην βάλεις φέτα από την αρχή. Θα λιώσει, θα αλατίσει το ταψί και θα σκεπάσει τα λαχανικά. Βάλ’ τη δίπλα, σε θερμοκρασία δωματίου, να τρως μία μπουκιά μπριάμ και μία φέτα όπως πρέπει.
Αν το φαγητό είναι άνοστο στο τέλος, μην ρίξεις πρώτα άλλη ρίγανη. Θέλει αλάτι. Και, αν η ντομάτα είναι επίπεδη, ίσως μισό κουταλάκι ξίδι ή λίγο λεμόνι στο τέλος. Όχι για να γίνει caponata. Για να ξυπνήσει.
Αν το έχεις στεγνώσει υπερβολικά, πρόσθεσε λίγο ζεστό νερό ή λίγη τριμμένη ντομάτα, σκέπασε ξανά για 10 λεπτά και χαμήλωσε τον φούρνο. Μην το σώσεις με μισό μπουκάλι λάδι.
Αν η πατάτα είναι άψητη ενώ το κολοκύθι έχει τελειώσει τη ζωή του, δεν φταίει ο φούρνος. Φταίει το κόψιμο ή το ταψί που ήταν πολύ γεμάτο.
Γιατί είναι καλύτερο χλιαρό
Το μπριάμ που μόλις βγήκε από τον φούρνο μυρίζει υπέροχα, αλλά δεν είναι ακόμα στην καλύτερή του στιγμή.
Είναι πολύ ζεστό. Η ντομάτα είναι επιθετική. Το λάδι είναι ακόμη νευρικό. Όλα είναι κάπως φωναχτά και κανένα δεν έχει κάτσει στη θέση του.
Άφησέ το τουλάχιστον 40–60 λεπτά ακάλυπτο.
Καθώς πέφτει η θερμοκρασία, η πατάτα τραβάει κι άλλο ζουμί, η σάλτσα πυκνώνει, το αλάτι και η οξύτητα μοιράζονται πιο ομοιόμορφα, το λάδι σταματά να κάθεται σαν ξεχωριστή λίμνη πάνω από το φαγητό.
Και τότε αρχίζεις να καταλαβαίνεις την πραγματική γλύκα του κρεμμυδιού, τη μελιτζάνα, την πιπεριά, τη ντομάτα.
Το μπριάμ δεν είναι καλύτερο παγωμένο από το ψυγείο. Στο ψυγείο τα αρώματα κλείνουν και το λάδι σφίγγει.
Είναι καλύτερο χλιαρό ή σε θερμοκρασία δωματίου.
Είναι φαγητό που δεν θέλει να φτάσει στο τραπέζι στους 80 βαθμούς και να καίει το στόμα όλων. Θέλει να καθίσει. Όπως οι άνθρωποι μετά από μια καλή κουβέντα.
Και γιατί την επόμενη μέρα μοιάζει καλύτερο
Δεν είναι μαγεία.
Αν το μπριάμ ήταν άνοστο, νερουλό και θλιμμένο την πρώτη μέρα, δεν θα ξυπνήσει το πρωί ως αριστούργημα. Δεν κάνει θαύματα το ψυγείο.
Αλλά ένα σωστό μπριάμ συχνά γίνεται πιο δεμένο την επόμενη μέρα.
Η πατάτα έχει τραβήξει περισσότερη σάλτσα.
Τα λαχανικά έχουν δώσει και έχουν πάρει υγρασία μεταξύ τους.
Το λάδι, η ντομάτα, το σκόρδο και τα μυρωδικά έχουν καθίσει μέσα στις χαραμάδες του φαγητού.
Η γεύση δεν γίνεται πιο δυνατή σαν να της έβαλες ενισχυτικό. Γίνεται πιο ενιαία.
Την επόμενη μέρα βγάλ’ το από το ψυγείο 30–40 λεπτά πριν το φας.
Αν το θέλεις ζεστό, βάλε το σκεπασμένο στους 150°C για 15 λεπτά και μετά ακάλυπτο για άλλα 5–10 λεπτά. Μη το πετάξεις στον φούρνο μικροκυμάτων μέχρι να βράζει και μετά αναρωτιέσαι γιατί το κολοκύθι θυμίζει σφουγγάρι.
Και κάτι πρακτικό, γιατί είμαστε Αύγουστο στην Ελλάδα και δεν ζούμε σε εργαστήριο: άφησέ το να χάσει τον ατμό του, αλλά μην το ξεχάσεις όλη νύχτα πάνω στον πάγκο. Βάλ’ το ψυγείο μέσα σε δύο ώρες — και νωρίτερα αν κάνει πραγματική ζέστη.
Πώς τρώγεται
Με καλό ψωμί. Αυτό δεν είναι πρόταση. Είναι μέρος της συνταγής.
Με φέτα.
Με ελιές αν θες.
Με μια παγωμένη μπύρα ή ένα λευκό κρασί που δεν παριστάνει το σπουδαίο.
Με κάποιον που θα πάρει το τελευταίο κομμάτι πατάτας από τη γωνία του ταψιού και θα πει ότι δεν πεινάει.
Το μπριάμ δεν χρειάζεται να το κάνεις premium. Δεν χρειάζεται να του βάλεις espuma φέτας, τραγανό χώμα ελιάς και πέντε λέξεις στα αγγλικά για να νιώσει σημαντικό.
Είναι ήδη σημαντικό.
Γιατί είναι από εκείνα τα φαγητά που αποδεικνύουν πως μια κουζίνα δεν φαίνεται μόνο όταν έχει ακριβά ψάρια, κρέατα και περίπλοκες τεχνικές.
Φαίνεται όταν παίρνει μια μελιτζάνα, δυο κολοκύθια, μια πατάτα και λίγες καλές ντομάτες και τα κάνει κανονικό τραπέζι.
Κι αν στο τέλος δεν έχει μείνει κάποιος όρθιος, με ένα κομμάτι ψωμί στο χέρι, να σκουπίζει εκείνο το λάδι με τη ντομάτα από τη γωνία του ταψιού, ξεκίνα από την αρχή.