23/05/2026
Μια άνω τελεία για το CinéTRISÉ
Ο κινηματογράφος είναι το νυχτερινό σχολείο του λαού.
Ousmane Sembène
Να κάνουμε ταινίες πολιτικά και όχι πολιτικές ταινίες
Jean-Luc Godard
Στις 20/5, με το The Watermelon Woman της Cheryl Dunye ολοκληρώθηκε ο μέχρι τώρα κύκλος προβολών του CinéTRISÉ. Το ανακοινώνουμε ως μια άνω τελεία με ανοιχτό τον χρόνο και τον τρόπο της πιθανής επιστροφής του. Το CinéTRISÉ μπαίνει σε παύση μέχρι νεωτέρας.
Η επιθυμία για σινεμά παραμένει. Το ίδιο και οι ταινίες, οι ιδέες, οι συζητήσεις που θα μπορούσαν να ανοίξουν. Ο λόγος της παύσης είναι πιο υλικός και γι’ αυτό πιο πολιτικός: ο χρόνος μας. Σε μια συνθήκη ύστερου καπιταλισμού, επισφάλειας, δεύτερων δουλειών, εποχικής εργασίας, συνεχούς κόπωσης και κατακερματισμένης καθημερινότητας, ο ελεύθερος χρόνος γίνεται διαρκώς αντικείμενο διεκδίκησης. Αφαιρείται, αγοράζεται, πιέζεται, ιδιωτικοποιείται. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η αυτοοργάνωση παίρνει σώμα ως πράξη με κόπο, ευθύνη και παρουσία.
Μια προβολή δεν συμβαίνει μόνη της. Κάποια άτομα πρέπει να προτείνουν, να συζητήσουν και να επιλέξουν την ταινία. Να τη βρουν, να τη κατεβάσουν, να φτιάξουν το κάλεσμα. Να ανοίξουν τον χώρο, να στήσουν καρέκλες και προβολικό, να υποδεχτούν κόσμο, να μείνουν μέχρι το τέλος, να μαζέψουν, να κλείσουν. Και αυτό όχι μία φορά αλλά κάθε εβδομάδα. Αυτό είναι το υλικό σώμα της αυτοοργάνωσης, η επαναλαμβανόμενη ανάληψη ευθύνης. Η αυτοοργάνωση είναι σχέση. Είναι κοινή θέσμιση κι όχι υπηρεσία που παρέχεται σε κοινό. Είναι το πέρασμα από την επιθυμία να υπάρχει κάτι στην απόφαση να συμμετέχουμε ώστε να υπάρχει.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και ένα όριο που αξίζει να ειπωθεί με φροντίδα και καθαρότητα. Οι δωρεάν, ανοιχτές, εκτός εμπορευματικής λογικής προβολές μπορούν εύκολα να μπουν στον κατάλογο των διαθέσιμων επιλογών μέσα στην πόλη. Όμως το δωρεάν δεν σημαίνει και άνευ κόπου. Το ανοιχτό δεν σημαίνει και απρόσωπο. Τα κοινά αγαθά χρειάζονται ανθρώπους που τα φροντίζουν, που μοιράζονται την ευθύνη τους και αντέχουν την επανάληψη της φροντίδας. Όταν θέλουμε χώρους έξω από την αγορά, αναλαμβάνουμε και τις μορφές ζωής που τους στηρίζουν. Όταν θέλουμε συλλογικές εμπειρίες πέρα από την ατομική κατανάλωση, συναντάμε και την ανάγκη να ξεβολευτεί η θέση του θεατή-καταναλωτή, εκείνη η θέση που απολαμβάνει το κοινό αγαθό ενώ δυσκολεύεται μπροστά στον χρόνο, την παρουσία και την ευθύνη που ζητά η συντήρησή του. Αυτή η παρατήρηση διατυπώνεται ως μέρος της αλήθειας της προσπάθειας. Η πολιτική πράξη της αυτονομίας χρειάζεται περισσότερα από καλή διάθεση. Χρειάζεται σώματα που έρχονται, χέρια που στήνουν, ανθρώπους που μένουν, σχέσεις που αντέχουν την τριβή, συνεννόηση, συνέπεια και φροντίδα.
Το CinéTRISÉ γεννήθηκε από την επιθυμία να ξανακάνουμε το σινεμά συλλογική εμπειρία, κοινό αγαθό, αφορμή συνάντησης, τόπο μνήμης, σκέψης, απόλαυσης και συζήτησης. Από τον Οκτώβρη μέχρι τον Μάη οι προβολές μας πέρασαν από διαφορετικές γλώσσες, εποχές και πολιτικές ευαισθησίες. Περάσαμε από το εργατικό σινεμά στο q***r αρχείο, από την αντιφασιστική μνήμη στις διαδρομές της μετανάστευσης, από το χιούμορ στην απελπισία, από την τρυφερότητα στην εξέγερση. Η πρόθεσή μας ήταν να ανοίξουμε έναν κοινό χώρο εμπειρίας, έναν χώρο όπου η προβολή μπορούσε να γίνει συνάντηση και η συνάντηση μικρή άσκηση συλλογικής ζωής. Αυτός ο χώρος, για την ώρα, φτάνει σε σημείο παύσης. Η συνέχισή του με τον ίδιο ρυθμό θα σήμαινε ότι το βάρος θα έμενε σε λίγα χέρια και αυτό θα αδικούσε την ίδια την ιδέα του εγχειρήματος. Για να παραμένει ζωντανή μια συλλογική δομή χρειάζεται κάποιες φορές να σταματά, να παίρνει ανάσα και να ξαναβλέπει τους όρους της.
Βάζουμε λοιπόν μια άνω τελεία. Το CinéTRISÉ μπορεί να ξαναρχίσει αν υπάρξουν άτομα που θέλουν να το συνδιαμορφώσουν ως συμμέτοχα του εγχειρήματος. Άνθρωποι που μπορούν και θέλουν να αναλάβουν κομμάτια της όλης διαδικασίας που περιγράψαμε, όχι ως ανάθεση σε ειδικούς αλλά ως κοινή πρακτική.
Μέχρι τότε κρατάμε όσα έγιναν. Τις ταινίες που είδαμε και τις κουβέντες που άνοιξαν. Τις σιωπές μετά το τέλος. Τα βλέμματα στην οθόνη. Τις καρέκλες που στήθηκαν και μαζεύτηκαν. Την επιμονή να φανταζόμαστε τον πολιτισμό ως κοινό αγαθό και ως πεδίο συλλογικής ζωής. Το σινεμά, όταν γίνεται κοινή εμπειρία, συνεχίζει και μετά το σβήσιμο της οθόνης. Μένει ως δυνατότητα. Και οι δυνατότητες, όπως όλα τα κοινά, υπάρχουν όσο βρίσκονται άνθρωποι να τις φροντίσουν.